αφέλεια

αφέλεια
η
1) наивность; простота, бесхитростность, простодушие;

από αφέλεια — по простоте душевной;

2) простота, естественность;
3) πλ. причёска с прямой чёлкой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αφέλεια" в других словарях:

  • ἀφελείᾳ — ἀφελείᾱͅ , ἀφέλεια simplicity fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφέλεια — simplicity fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφέλεια — η (AM ἀφέλεια, Α και λείη) [αφελής] 1. απλότητα, φυσικότητα 2. (για πρόσωπα) απλοϊκότητα, ευπιστία νεοελλ. πληθ. αφέλειες κτένισμα κατά το οποίο πέφτουν στο μέτωπο, με αφέλεια, τούφες από τα μαλλιά …   Dictionary of Greek

  • αφέλεια — η το να είναι κανείς αφελής, απλοϊκός: Η αφέλεια αυτού του ανθρώπου είναι εκπληκτική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀφελείας — ἀφελείᾱς , ἀφέλεια simplicity fem acc pl ἀφελείᾱς , ἀφέλεια simplicity fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελείαι — ἀφελείᾱͅ , ἀφέλεια simplicity fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελείαις — ἀφέλεια simplicity fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφελείης — ἀφέλεια simplicity fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρλεκίνος — Πρόσωπο της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε και έπειτα της κωμωδίας του 18ου αι., πρωταγωνιστής σε πολυάριθμες γαλλικές, ιταλικές κ.ά. κωμωδίες, παντομίμες και μπαλέτα. Το όνομα Α. είναι ίσως παραφθορά του Allchino, όνομα διαβόλου, που ο Δάντης τον… …   Dictionary of Greek

  • αγαθοσύνη — η (Α ἀγαθωσύνη) [ἀγαθός] καλοσύνη, χρηστότητα νεοελλ. ευπτιστία, αφέλεια …   Dictionary of Greek

  • αγαθότητα — η (Α ἀγαθότης) [ἀγαθός] καλοσύνη νεοελλ. υπερβολική καλοσύνη που φτάνει μέχρι βλακείας, αφέλεια αρχ. «ἡ σὴ ἀγαθότης», ως προσφών. σεβασμού …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»